Ζει ο βασιλιας Αλεξανδρος;

της Αθηνά Δρέττα*

Στη τελευταία έκθεση του ακόμη και ο αισιόδοξος ΙΟΒΕ προδιαγράφει μια εξαιρετικά δύσκολη χρονιά για την ελληνική οικονομία που καθίσταται βαρύτερη εξαιτίας της σωρευτικής  πολύχρονης ύφεσης και επιδεινώνεται εξαιτίας της πολιτικής αβεβαιότητας.

Στην κρίση της ελληνικής οικονομίας θα πρέπει να προσθέσουμε μια δομική οπισθοχώρηση της χώρας.

Τράπεζες δεν υπάρχουν, το προσφυγικό συνδέεται και με γεωπολιτικές μεταβολές, ο ευρωσκεπτικισμός αυξάνεται, η κοινωνική ασφάλιση αμφισβητείται ακόμη και ως κοινωνική αξία ,η δικαιοσύνη θυμίζει όλο και περισσότερο αντιμεταρρύθμιση, η παιδεία όχι μόνο δεν καλλιεργεί αλλά ούτε καν εκπαιδεύει, το προβληματικό ελληνικό κοινωνικό κράτος από πελατειακό γίνεται ανύπαρκτο, η δημοκρατία και οι θεσμοί της μεταλλάσσονται σε ιδεολογικούς μηχανισμούς της κυβέρνησης.

Δε πρόκειται απλά για κρίση αλλά για παλινόρθωση.

Απέναντι σε αυτό χρειάζεται να επινοήσουμε μια νέα μεταπολίτευση, νέους όρους και προϋποθέσεις.

Αν η πρώτη ελληνική δημοκρατία σηματοδοτεί την ίδρυση του ελληνικού κράτους, η δεύτερη τη περίοδο μετά τη μικρασιατική καταστροφή και η τρίτη τη περίοδο της μεταπολίτευσης, με το κίνδυνο να φανεί υπερβολικό, θα μιλούσαμε ίσως για την τέταρτη ελληνική δημοκρατία.

Το  κομβικό ερώτημα στη περίπτωση αυτή  παραμένει.

Ποιες πολιτικές  δυνάμεις μπορούν να ορίσουν τις συντεταγμένες μιας τέτοιου τύπου καταστατικής πολιτικής περιόδου;

Μετά τις 10 Ιανουαρίου, την εκλογή Μητσοτάκη και τα πρώτα δείγματα πολιτικής από μέρους του, η συζήτηση άρχισε να τίθεται στις πραγματικές της διαστάσεις.

Και ένα φάντασμα ξανά άρχισε να πλανιέται πάνω από το πολιτικό σύστημα.

Όχι αυτό του Μεγαλέξανδρου αλλά το φάντασμα της κεντροαριστεράς.

Άνοιξε εξ αντανακλάσεως συζήτηση περί αριστεράς και δεξιάς, περί διαφορετικότητας και συνεννόησης, περί πολιτικής, περί αναγκαιότητας ενός μεταρρυθμιστικού, εξισορροπητικού, ριζοσπαστικού κεντρώου χώρου, ενός πολυσυλλεκτικού τρίτου πόλου.

Χρειάστηκαν γι αυτό, τέσσερα χαμένα χρόνια, αλλεπάλληλες συζητήσεις, δείπνα, τηλέφωνα, καφέδες, αρθρογραφίες, προσωπικές στρατηγικές, αρχηγοί, αρχηγίσκοι, νέοι, παλιοί, συνεδριάσεις, χασμουρητά, διαρροές, τόνοι δημοσιευμάτων, εκλογές, δημοψηφίσματα, σπατάλη ανθρώπινου κεφαλαίου, μύθοι, διαψεύσεις, επώδυνες ενηλικιώσεις.

Φάντασμα λοιπόν η κεντροαριστερά;

Ψυχή νεκρού που εμφανίζεται στους ζωντανούς ή κάτι που εμφανίζεται και εξαφανίζεται  εντελώς απρόσμενα σε πείσμα των καιρών.

Ισχυρίζομαι το δεύτερο γιατί η κεντροαριστερά υπάρχει όχι σαν φάντασμα αλλά  σαν διαρκές  ιστορικό ρεύμα και τώρα σαν οικονομική, πολιτική, πολιτισμική  αναγκαιότητα .

Σαν πολιτικό σχέδιο των χαμένων της κρίσης που δεν είναι μόνο φιλοευρωπαίοι, ούτε μόνο φιλελεύθεροι, ούτε μόνο αντιλαϊκιστες, ούτε μόνο μεταρρυθμιστές, ούτε μόνο αντιΣυριζα, ούτε μόνο νέοι. Είναι όλα και άλλα πολλά. Ένα πολιτικό σχέδιο που ενώνει την Ευρώπη με την εθνική αξιοπρέπεια ,τη μεσαία τάξη με τις αλλαγές, την αξιοκρατία με τις  ανατροπές, τους αριθμούς με το λαϊκό αίσθημα. Την αλήθεια με τη πολιτική.

Με τη προσπάθεια συγκρότησης μιας κοινής επιτροπής διαλόγου, στην οποία πέφτει μεγάλο βάρος ευθύνης και δουλειάς, μεταξύ ΠΑΣΟΚ και Ποταμιού, φτάνουμε-ελπίζω- στο τέλος της αρχής.

Μια αρχής γεμάτης καχυποψία, ελλείμματα, αποτυχίες, τραύματα αλλά και εμπειρίες, διδάγματα, ωριμότητα.

Το τέλος, που δεν θα είναι εύκολο, οδηγεί στην ιστορική επανίδρυση του χώρου και την απαρχή της τέταρτης ελληνικής δημοκρατίας για τη χώρα.

Τίποτε λιγότερο και τίποτε περισσότερο.

Βασικά χαρακτηριστικά της, η αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου, η επαναθέσμιση της κοινωνίας, ο εκσυγχρονισμός του πολιτικού συστήματος. η σύνθεση, η μετριοπάθεια, η μετατόπιση από έναν αέναο, επαναλαμβανόμενο δικομματισμό σε έναν δημιουργικό ανταγωνισμό.

Γι αυτό κάθε προσπάθεια για την επανίδρυση του χώρου πρέπει να κινηθεί αντιπολωτικά.

Δεν είμαστε δεδομένοι σε τίποτα και για τίποτα.

Κρινόμαστε και κρίνουμε με βάση το δικό μας πολιτικό σχέδιο, την πραγματικότητα και την αποφασιστικότητα των άλλων να συγκρουστούν με τον εαυτό τους, όπως άλλωστε το κάναμε κι εμείς.

Δε παρακαλάμε, ούτε παραμυθιαζόμαστε.

Απαιτούμε και επιβάλλουμε νέους πολιτικούς συσχετισμούς που κρίνονται στο λαό όχι στα καπνισμένα από το τσιγάρο κομματικά γραφεία. Απευθυνόμαστε στους ψηφοφόρους του ΝΑΙ που θέλουν σταθερότητα και λογική και στους ψηφοφόρους του ΟΧΙ που θέλουν αλλαγή και αλληλεγγύη. Απευθυνόμαστε στους” ψηφοφόρους ” της αποχής που δε θέλουν τίποτα πια.

Η κοινή αγωνία είναι το μέλλον το δικό τους και των οικογενειών τους. Κι αυτό είναι το σημείο τομής. Αυτό είναι η βάση ενός νέου πολιτικού σχεδίου ενός σύγχρονου μεταρρυθμιστικού, κεντροαριστερού ρεύματος.

*Η Αθηνά Δρέττα είναι οδοντίατρος, στέλεχος στο Ποτάμι